ἑτεροπλανής

ἑτερο-πλᾰνής, ές,
A wandering hither and thither,

ὄθμα Nic.Al.243

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροπλανής — ἑτεροπλανής, ές (Α) αυτός που πλανιέται εδώ και εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλανής (πλανώμαι), πρβλ. α πλανής, πολυ πλανής] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπλανές — ἑτεροπλανής wandering hither and thither masc/fem voc sg ἑτεροπλανής wandering hither and thither neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.